Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Να η ευκαιρία 

 

Η μάνα μου θυμάμαι έκρυβε πάντα κάτω από το μαξιλάρι της ένα μπλε τετράδιο . Διάβαζε ρομάντζο και άκουγε μουσική απ’ το μικρό τραντζιστοράκι της, που είχε αγοράσει μονάχη με τις οικονομίες της μια παραμονή Χριστουγέννων από τον «Τριαντάφυλλου». Η μάνα μου ήταν μοδίστρα. Η singer μηχανή της είναι ακόμη κρυμμένη πίσω από τη ξύλινη πόρτα της κρεβατοκάμαρας, διπλωμένη μέσα στο σκούρο καφέ της έπιπλο, σκεπασμένη μ’ ένα κατάλευκο χειροποίητο καρέ με μικρά λουλούδια. Στο τελευταίο ράφι του παλιού κομμού της βρίσκω ακόμη ρολά πολύχρωμες δαντέλες που έμειναν από τότε, μαζί με κομμάτια από διάφανα τουλουπάνια.  Πολλές φορές διπλώνω τα πόδια μου στο πάτωμα και ξετυλίγω τις δαντέλες πάνω στα δυο μου χέρια. Μυρίζω τη μυρωδιά τους, τις τυλίγω γύρω από το λαιμό και κλείνω τα μάτια. Ζω σαν τότε. Στην αυλή του σπιτιού, με μια λεμονιά να σπάει τα ρουθούνια μας με τη μυρωδιά των λεμονανθών της και το ήχο της ρόδας της singer να συνοδεύει τραγούδια της Μαρινέλλας.  Και τη μάνα μου με τα μακριά χρυσά μαλλιά της και την πιο όμορφη φωνή του κόσμου να τραγουδάει μαζί μας.
Η μάνα μου πολλά γράμματα δεν ήξερε. Μέχρι το δημοτικό πήγε και αν ήθελε να πάει παραπέρα δεν μπόρεσε γιατί στο σπίτι υπήρχε ο γιος, ο αδερφός της. Εκείνος ήταν πρέπον να σπουδάσει. Εκείνη  ήταν πρέπον να παντρευτεί. Από μικρή. Και πρώτη. Τέσσερις αδελφές περίμεναν στο κατόπι της. Δεν σπούδασε, δεν μπόρεσε να σπουδάσει. Μονάχα μοδίστρα και αργαλειό, όμως το μπλε τετράδιο το κουβαλούσε από τότε. Στον κόρφο της, στο μαξιλάρι της, στο κομπόδεμά της. Και έπειτα σαν είδε εκείνον το άντρα με το καρό πουκάμισο και το χοντρό ρολόι στα νερά του πηγαδιού μια μέρα του Αη Γιάννη, σφίχτηκε η καρδιά της, και το τετράδιο θαρρείς και έλιωσε μέσα στα δάχτυλά της.
Η μάνα μου παντρεύτηκε. Και αράδιασε και κείνη πέντε παιδιά, το ένα πίσω απ’ τ’ ‘άλλο. Και έραβε, έραβε ασταμάτητα. Ρούχα από τουλουπάνι για τις τουρίστριες του νησιού και  ρουχαλάκια από πανί σε τιμή ευκαιρίας για τα παιδιά της. Το ράψιμο δεν έλειπε, το πλύσιμο, και το τραγούδι. Συντροφιά της πάντα το μικρό τραντζιστοράκι και το μπλε της τετράδιο. Σε κείνο έγραφε τα βράδια για το μικρό αλητάκι και έπειτα το ‘κλεινε, το ‘σφιγγε στο στήθος της και έκανε όνειρα. Μετά τη «Να η ευκαιρία» με τη Ροζίτα Σώκου μπορούσε και κείνη να ονειρεύεται. Το μόνο που δε μπορούσε να κάνει ήταν να μαζέψει λεφτά για το εισιτήριο. Όλο και μια καινούργια ανάγκη παρουσιαζόντανε και τα λεφτά συνέχεια έλειπαν. Και ας τραγουδούσε συχνά δίπλα στο περβάζι μήπως και την ακούσει κανείς και τη θαυμάσει…
Η μάνα μου πάντα έγραφε. Και τώρα ακόμη γράφει. Την ευκαιρία όμως την έχασε. Τα χρυσά μαλλιά της θάμπωσαν. Μεγάλωσε. Βαρέθηκε πια να αγοράζει μπλε τετράδια. Βαρέθηκε να μαζεύει κέρματα για ένα πανάκριβο εισιτήριο. Γράφει μονάχα βιαστικά πάνω σε ολόλευκα χαρτιά και έπειτα τα σκίζει και τα πετά στον άνεμο. Και σιγοτραγουδά Μαρινέλλα. Με την υπέροχη φωνή της…
                                                           της Μαριάννας Γεωργοτά

Δεν υπάρχουν σχόλια: